σμικρός


σμικρός
μικρός / σμικρός, ά, όν малый, небольшой (ср. микроскоп; микроб - фр. microbe - μικρόβιος) (ср. μακρός) (ant. μέγας)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σμικρός" в других словарях:

  • σμικρός — σμῑκρός , μικρός small masc nom sg σμῑκρός , σμικρός small masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμικρός — Αθηναίος αγγειογράφος του πρώιμου ερυθρόμορφου ρυθμού, που άκμασε στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Σώζονται δυο ενυπόγραφα σταμνιά, από τα οποία το καλύτερο βρίσκεται σε μουσείο των Βρυξελλών κι εικονίζει ένα συμπόσιο του με φίλους του, αυλητρίδες και …   Dictionary of Greek

  • μίκρ' — μῑκρά , μικρός small neut nom/voc/acc pl μῑκρά̱ , μικρός small fem nom/voc/acc dual μῑκρά̱ , μικρός small fem nom/voc sg (attic doric aeolic) μῑκρέ , μικρός small masc voc sg μῑκραί , μικρός small fem nom/voc pl μῑκρά , σμικρός small neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμίκρ' — σμῑκρά , μικρός small neut nom/voc/acc pl σμῑκρά̱ , μικρός small fem nom/voc/acc dual σμῑκρά̱ , μικρός small fem nom/voc sg (attic doric aeolic) σμῑκρέ , μικρός small masc voc sg σμῑκραί , μικρός small fem nom/voc pl σμῑκρά , σμικρός small… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικρός — ή, ό (ΑΜ μικρός και σμικρός, όν, θηλ. μικρά και σμικρά Α και δωρ. και ιων. τ. μικκός, όν) 1. αυτός που έχει μικρές διαστάσεις, που είναι περιορισμένος ως προς το μήκος, το μέγεθος, τον όγκο ή την επιφάνεια (α. «μικρό χωράφι» β. «Τυδεύς τοι μικρὸς …   Dictionary of Greek

  • μικρά — μῑκρά , μικρός small neut nom/voc/acc pl μῑκρά̱ , μικρός small fem nom/voc/acc dual μῑκρά̱ , μικρός small fem nom/voc sg (attic doric aeolic) μῑκρά , σμικρός small neut nom/voc/acc pl μῑκρά̱ , σμικρός small fem nom/voc/acc dual μῑκρά̱ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικρότερ' — μῑκρότερα , μικρός small neut nom/voc/acc comp pl μῑκρότερε , μικρός small masc voc comp sg μῑκρότεραι , μικρός small fem nom/voc comp pl μῑκρότερα , σμικρός small neut nom/voc/acc comp pl μῑκρότερε , σμικρός small masc voc comp sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικρότερον — μῑκρότερον , μικρός small adverbial comp μῑκρότερον , μικρός small masc acc comp sg μῑκρότερον , μικρός small neut nom/voc/acc comp sg μῑκρότερον , σμικρός small adverbial comp μῑκρότερον , σμικρός small masc acc comp sg μῑκρότερον ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμικρά — σμῑκρά , μικρός small neut nom/voc/acc pl σμῑκρά̱ , μικρός small fem nom/voc/acc dual σμῑκρά̱ , μικρός small fem nom/voc sg (attic doric aeolic) σμῑκρά , σμικρός small neut nom/voc/acc pl σμῑκρά̱ , σμικρός small fem nom/voc/acc dual σμῑκρά̱ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμικρότερον — σμῑκρότερον , μικρός small adverbial comp σμῑκρότερον , μικρός small masc acc comp sg σμῑκρότερον , μικρός small neut nom/voc/acc comp sg σμῑκρότερον , σμικρός small adverbial comp σμῑκρότερον , σμικρός small masc acc comp sg σμῑκρότερον ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μικροτάτας — μῑκροτάτᾱς , μικρός small fem acc superl pl μῑκροτάτᾱς , μικρός small fem gen superl sg (doric aeolic) μῑκροτάτᾱς , σμικρός small fem acc superl pl μῑκροτάτᾱς , σμικρός small fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)